Kάποτε ερωτεύτηκα έναν “μετανάστη” από το Manhattan

Πολλές φορές δεν έχει σημασία από που έρχεσαι, αλλά με πόσα λεφτά στην τσέπη σου

Στα 19 μου χρόνια βρέθηκα να κάνω πρακτική άσκηση στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Ανηλίκων Αυλώνα. Μέσα στο αναμορφωτήριο υπήρχε βιβλιοθήκη και ανέλαβα μαζί με τον προϊστάμενό μου τον εμπλουτισμό και τη διαχείρησή της καθώς και την οργάνωση του χώρου μέσα στον οποίο οι κρατούμενοι περνούσαν μερικές ώρες ψυχαγωγίας. Όταν πήγα εκεί για αυτή την πρακτική δεν είχα ιδέα τι θα συναντήσω. Τελικά εκτός όλων των άλλων συνάντησα και το τελευταίο το οποίο περίμενα: Toν έρωτα.

Κάποιες από τις αρμοδιότητές μου ήταν να φέρνω εφημερίδες στα παιδιά κυρίως αθλητικές αλλά και ξενόγλωσσες για να διαβάζουν οι αλλοδαποί τα νέα από τις χώρες τους. Οι κρατούμενοι ήταν χωρισμένοι σε ορόφους: Aλλού οι ρομά, αλλού οι Αλβανοί και αλλού οι λοιποί, ενώ οι περιπτώσεις τους ποίκιλλαν ανάλογα με το λόγο για τον οποίο ήταν μέσα: Είδα πολιτικούς πρόσφυγες-κρατούμενους, είδα δολοφόνους, είδα ληστές, είδα αθώους, είδα άτυχους, είδα τοξικομανείς, είδα βιαστές- ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής-, αυτούς δεν τους είδα ποτέ, διότι τους είχαν κλεισμένους στο αναρρωτήριο,απομονωμένους, μακριά από τους άλλους και δεν τους έφεραν ποτέ σε επαφή μαζί μου.

Μέσα στο αναμορφωτήριο λειτουργούσε και σχολείο, τότε μόνο γυμνάσιο, αφού τα παιδιά που φοιτούσαν σε αυτό ήταν λίγα και είχαν σταματήσει σε αυτή τη βαθμίδα την εκπαίδευσή τους. Δεν υπήρχε ακόμη λύκειο διότι δεν υπήρχαν παιδιά για να φοιτήσουν σε αυτό. Τα κελιά τους ήταν πολύ μικρά και μέσα σε αυτά στριμώχνονταν περισσότεροι από όσοι προβλεπόταν, οι εγκαταστάσεις παρουσίαζαν προβλήματα και το φαγητό τους το μαγείρευαν κάποιοι εξ αυτών οι οποίοι δούλευαν στην κουζίνα αξιοποιώντας κάποιες υπάρχουσες γνώσεις τους, ενώ τα γεύματα σερβιρίζονταν πίσω από τα κάγκελα.

Ανάμεσα σε όσους έβλεπα κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη υπήρχε ένα αγόρι,που ας πούμε ότι το όνομά του είναι Χ. Ήμασταν περίπου συνομήλικοι τότε. Μπήκε μια μέρα στο χώρο και μου ζήτησε μια εφημερίδα. Του είπα πως οι αθλητικές έχουν τελειώσει και ότι αν ήθελε έχουν μείνει μόνο Αλβανικές. Αστειεύτηκε λέγοντας μου “Σου φαίνομαι να μιλάω ξένες γλώσσες;”. Γέλασα κι εγώ, γέλασε κι εκείνος. Και ο πάγος έσπασε. Η αλήθεια είναι ότι ήξερε να μιλάει ξένες γλώσσες γιατί ήταν γεννημένος στη Νέα Υόρκη. Αυτό ήταν κάτι που το έμαθα στην πορεία. Ήταν λοιπόν ένας μετανάστης από τη Δύση. Σπάνιο είδος. Και ακόμα πιο σπάνιο τον έκανε ότι αν και Δυτικός δεν είχε χρήματα.

Ο Χ ήταν μέσα για πολλά αδικήματα τα οποία αφορούσαν στην παράνομη οπλοκατοχή, ένοπλη ληστεία, σύσταση συμμορίας, αντίσταση κατά της αρχής, εμπορία, διακίνηση και χρήση ναρκωτικών και ούτε που θυμάμαι τι άλλο. Η διαφορά με την υπόλοιπη συμμορία ήταν ότι εκείνοι είχαν τα χρήματα να πληρώσουν την εγγύηση που όριζε το δικαστήριο για να μην μπουν στη φυλακή ενώ εκείνος όχι. Επομένως ξεπλήρωνε τους λογαριασμούς που είχε με τη δικαιοσύνη εκτίοντας την ποινή του. Σε είδος και όχι σε χρήμα.

Όσο βρισκόμασταν μέσα στο αναμορφωτήριο όλα μεταξύ μας ήταν τυπικά. Τον έβλεπα στο χώρο της βιβλιοθήκης παρουσία τρίτων και σαφώς των δεσμοφυλάκων και του προϊσταμένου μου και συνομιλούσαμε για λίγη ώρα, ενώ τις γιορτές είχαμε στολίσει μαζί το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ώσπου ο Χ. αποφυλακίστηκε. Και μία από τις “υποχρεώσεις” της πρακτικής μου άσκησης ήταν να τον συνοδεύσω στην Πρεσβεία των ΗΠΑ για να φτιάξει τα χαρτιά του, αφού το μόνο έγγραφο που είχε πάνω του ήταν το αποφυλακιστήριο.Έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε και τώρα που το σκέφτομαι μου φαίνεται σαν όνειρο.

Μερικές φορές δε θέλει πολύ όταν δυο παιδιά είναι ερωτευμένα. Έρχονται όλα από μόνα τους. Εκείνος ένιωθε άσχημα που δεν είχε χρήματα για να με κερνάει έναν καφέ που μας άρεσε να πίνουμε στο Θησείο. Το ίδιο άσχημα αισθανόταν που δεν είχε κινητό τηλέφωνο να με καλεί και μεταφορικό μέσο για να έρχεται να με παίρνει να πηγαίνουμε βόλτα. Ήταν πολύ αξιοπρεπής και δε δεχόταν τίποτα από εμένα όταν προσφερόμουν να του δώσω λίγα χρήματα για να πάρει ένα εισιτήριο ή τσιγάρα. Μας άρεσε να περπατάμε στην Πλάκα, να καθόμαστε και να κοιτάμε την πόλη από το λόφο του Φιλοπάππου και να χανόμαστε τρέχοντας μέσα στα δάση της Πάρνηθας.

Όσοι φίλοι μου ήξεραν για εμάς είχαν αντίρρηση. Δεν ταιριάζετε μου έλεγαν. Μπορεί τώρα να βρίσκετε να κάνετε πέντε πράγματα μαζί αλλά εσύ μορφώνεσαι και παράλληλα εργάζεσαι, εκείνος δεν έχει βγάλει ούτε το σχολείο, έχει κάνει φυλακή και δε μπορεί να βρει πουθενά δουλειά εξαιτίας όλων αυτών. Εγώ πίστευα πως δε μπορεί η κοινωνία να συνεχίσει να φέρεται σκληρά σε ένα παιδί που ίσως και να έκανε κάποια λάθη. Κι όμως το έβλεπα να συμβαίνει. Ο καιρός περνούσε και πράγματι δεν άλλαζε κάτι προς το καλύτερο στη δική του ζωή. Έδινε το παρών στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του κάθε δεκαπέντε μέρες, δε μπορούσε να βρει δουλειά και αν καταλάβαινα καλά προσπαθούσε να μην ξαναμπλέξει με την παρανομία χωρίς να είμαι εντελώς σίγουρη ότι τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή έσπασε. Μου είπε ότι ένιωθε πραγματικά άσχημα απέναντί μου. Αισθανόταν ότι δε μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη και ότι δε μπορεί να με ακολουθήσει σε όσα έκανα ή σε όσα έρχονται στη ζωή μου. Τον θυμάμαι να κρατάει μια μπύρα και να μου εξηγεί ότι μερικές φορές για αυτούς που βρίσκονται στη φυλακή είναι καλύτερα να μένουν στη φυλακή γιατί εκεί μέσα τουλάχιστον έχουν ένα λόγο ύπαρξης. Έξω δεν τους περιμένει κανείς και τίποτα, τουλάχιστον που να μην είναι ικανό να τους ξαναστείλει εκεί μέσα.

Ήταν πολύ ευγενικό αγόρι. Ποτέ δε μου φέρθηκε άσχημα, δεν έχω τίποτα αρνητικό να θυμάμαι από εκείνον. Χαμήλωνε το βλέμμα όταν πλήρωνα το λογαριασμό επειδή εκείνος δεν είχε. Μια μέρα, μετά από αυτή την πράξη, σήκωσε τα μάτια του, με κοίταξε και μου είπε ” Δε θέλω να ξανασυμβεί αυτό. Ντρέπομαι. Θα σε ξαναδώ όταν θα μπορώ να σου προσφέρω όσα αξίζεις. Και είναι πραγματικά τόσα πολλά που δεν ξέρω αν ποτέ μου τα καταφέρω”.

Χαθήκαμε. Έτσι απλά όπως βρεθήκαμε. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Κάποια στιγμή, μερικά χρόνια μετά, περιμένοντας να πάρω το πλοίο στο λιμάνι της Λέρου, είδα ένα ασθενοφόρο να μεταφέρει δυο ασθενείς από το νοσοκομείο ή το ψυχιατρείο του νησιού-δεν ήμουν σίγουρη- κι ένας από αυτούς μου τον θύμισε έντονα. Ήθελα να πιστεύω και να ελπίζω ότι δεν ήταν αυτός και ότι ήταν απλά κάποιος που του έμοιαζε. Ήθελα να πιστεύω ότι ζει κάπου ευτυχισμένος. Ίσως πίσω στο Manhattan, εκεί που γεννήθηκε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *